I’ll never get the confusion about bisexuality
You can like dogs and cats
You can like chocolate and vanilla
You can like coffee and tea
Why the fuck can’t you like boys and girls?
I’ll never get the confusion about bisexuality
You can like dogs and cats
You can like chocolate and vanilla
You can like coffee and tea
Why the fuck can’t you like boys and girls?
#dookie
2,121,566 people are not Ashley and counting!
We’ll find you Ashley.
This post is scandalous.
reblogging because ashley cant.
If you scroll past this I am going to assume your name is Ashley.
No, though I DO have a cousin named Ashley.
Trying to prove a point to my divorce lawyer.
Σουζάνα η πουτανα η ζωή
στα γαλλικά αποκαλούμε τον οργασμό
“ένας μικρός θάνατος”
κοιτώντας σε,
(ιχνηλατώντας την καμπύλη του λαιμού σου,
με τα χείλη μου)
θα μου άρεσε να σου προτείνω,
(κλείνοντας τα μάτια μου και αναζητώντας
τα απόκρυφα του σώματός σου
με την γλώσσα μου)
με άλλα λόγια,
ας πεθάνουμε λιγάκι απόψε.
Ίσως και να παραείμαι ευγενικός μαζί της.
Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη εκείνο το πρωινό. Το κεφάλι βαρύ από ξενύχτι και κάμποσα σφηνάκια, το σώμα διαλυμένο σε πολλά, μικρά κομμάτια, τόσα πολλά που αμφιβάλλω αν θα μπορούσα να τα ενώσω ποτέ.
Δεν νομίζω πως μπορώ, όχι.
Όχι ακόμα.
Το είχα δει το προηγούμενο βράδυ. Το αμάξι ανέβηκε τους λόφους και χάθηκε στον ορίζοντα. Η αρχή του τέλους. Το ήξερα, από εκείνη την στιγμή. Με αποχαιρέτησες με τρεμάμενη φωνή και έβαλες μπροστά το αμάξι. Ήλπιζες ότι δεν θα δω τα δάκρυα που έπεφταν στο κάθισμα με ορμή. Γιατί ανέκαθεν ήσουν η σκληρότερη από τους δυο μας, η πιο ανθεκτική στις μεταβολές της ζωής. Και έτσι ήθελες να μείνει. Να μην αλλάξει ποτέ αυτή η εικόνα. “Δεν με ξέρεις καθόλου”, είπες ψυχρά. Εκείνη η στιγμή που τα πράγματα αρχίζουν και ζορίζουν. Η αρχή του μεγάλου “Αντίο”, της μεγάλης Πτώσης.
Αλλά τα είδα. Είδα τα δάκρυα στο κάθισμα. Με τσάκισαν πιο πολύ από τα λόγια σου. Και κρατήθηκα από την καρδιά μου, ελπίζοντας να αποφύγω αυτό που ερχόταν από την αρχή, αλλά αρνιόμουν να το δω καθαρά. Και ευχήθηκα να μου σπάσεις την μύτη, να μου πεις να φύγω. Απλά κάν'το, και σταμάτα να ρωτάς.
Για μια στιγμή, σε βρήκα πίσω στην αγκαλιά μου. Αλλά ήταν ήδη αργά. Είχες ήδη φύγει και απομακρυνόσουν από μένα. Τα κορδόνια σου λυμένα, και τα μάτια σου -τα μάτια μας- κατακόκκινα, προφανώς επειδή οι οργανισμοί μας είχαν υπερφορτιστεί συναισθηματικά και έψαχναν απεγνωσμένα διέξοδο για να εκτονωθούν. Μπορούσες να το δεις και εσύ, αγαπητέ περαστικέ. Αρκεί να ήσουν στο κατάλληλο σημείο, την κατάλληλη στιγμή.
Όμως κανείς δεν ήταν εκεί γύρω. Μόνο εγώ και αυτή. Και μόλις μπήκε μέσα, έσκασε ένα βεβιασμένο χαμόγελο και αποχαιρέτησε. Όταν μπήκε μέσα, στο μέρος εκείνο βρισκόταν μόνο ένας. Αυτός που έμεινε πίσω, και περίμενε μέχρι να φύγει εκείνη από το μέρος εκείνο. Μάταια ανέμενε την φυγή της. Θα βρισκόταν για πολύ καιρό γύρω του. Μέσα του. Κι ας ήταν ήδη μακριά εκείνη. Κι ας είχε ήδη φύγει.
Έλειπε. Κάτι έλειπε. Ένα μεγάλο κενό υπήρχε γύρω του, όπου κι αν πήγαινε. Τον ακολουθούσε οπουδήποτε κι αν πήγαινε, ό,τι κι αν αντίκριζε. Πάντα κάτι έλειπε, κάτι που έκανε τα πάντα να μοιάζουν με ένα απέραντο κενό. Τα πάντα. Εκείνη. Ένα σωρό σκέψεις τον κατέτρωγαν. Ερωτήσεις και απαντήσεις, πιθανές εκδοχές, το μέλλον και το παρελθόν να χορεύουν μαζί, με το παρελθόν να καθορίζει το επόμενο βήμα του μέλλοντος, να δίνει τον ρυθμό. Και αν γινόταν το αντίθετο; Αν το μέλλον έδινε τον ρυθμό; Αν υπήρχε χρόνος ακόμα; Αν τα πράγματα δεν είναι όπως έδειχναν; Περιέργεια. Δυνάμωνε η έντασή της, μέρα με την μέρα, κάνοντας της αβάσταχτη. Ένα βαρύ φορτίο, πολύ βαρύ για να το αντέξει κάποιος. Πολύ βαρύ.
“Είμαστε πολύ διαφορετικοί”, είπες, και εγώ δεν μίλησα. Περιέργεια. Θα σε αναγκάσει να γίνεις ψυχρός, να αφήσεις την καρδιά σου, από την οποία κρατιέσαι, και να πέσεις στο κενό. Και όταν βρεις κάτι να πιαστείς, εσύ θα αδιαφορήσεις και θα συνεχίσεις να πέφτεις, και θα αγνοείς τα σημάδια που θα σε σώσουν, ξανά και ξανά, μόνο και μόνο επειδη γουστάρεις την ελεύθερη πτώση στο κενό. Επειδή είναι ελεύθερη. Και αγαπάς την μοναξιά σου περισσότερο από τον εαυτό σου. Περισσότερο από όλα. Έτσι πίστευεις. Έτσι θές να πιστεύεις.
Όμως τώρα δεν ήθελα να φύγω. Και η μοναξιά μοιάζει με ένα απέραντο κενό. Ήθελα να μείνω εκεί, να σου υπενθυμίσω πως δεν είμαστε διαφορετικοί. Σου ζήτησα μια χάρη. Όταν χρειαστείς βοήθεια, φώναξε με. Θα είμαι εκεί. Και εσύ μου ζήτησες να σταματήσω να καυχιέμαι. Ή αλλιώς, πως να φθείρεις ανεπανόρθωτα την κλωστή που συγκρατεί μια ραγισμένη καρδιά. Τώρα είναι έτοιμη να κοπεί.
Αλλά ο εγωισμός μου δεν θα επιτρέψει κάτι τέτοιο. Θα την κόψω εγώ, την κλωστή που τα κρατάει όλα στην θέση τους.
Οπότε, ίσως να παραήμουν ευγενικός μαζί σου. Ίσως το “Άντε και γαμήσου” να ήταν πολύ ευγενικό. Ίσως.
Θα το μάθω όταν πιαστώ από το επόμενο κλαδί σωτηρίας, καθώς θα πέφτω στο κενό. Μην ανησυχείς, κυρία μου. Δεν θα μάθεις ποτέ την απάντηση. Αντίο.
Διαβάζεις παλιές συνομιλίες.Πατάς κατά λάθος λαικ.Μετακομιζεις στην Ισπανία και αλλάζεις το όνομα σου σε Πεπιτο…
